Έκθεση

  • Εργαστήριο γλυπτικής με έδρα τη Θήβα

    Μετά τον 9ο αιώνα, η Θήβα, πρωτεύουσα του θέματος της Ελλάδας, αποτελεί τόπο κατοικίας της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Μέλη της τοπικής αριστοκρατίας, αξιωματούχοι, κληρικοί, μοναχοί, στρατιωτικοί χρηματοδοτούν την ανέγερση και διακόσμηση μεγάλου αριθμού μνημείων στην περιοχή συμβάλλοντας συγχρόνως στην ώθηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πλήθος μαστόρων, καλλιτεχνών, γλυπτών εργάζονται στη Βοιωτία, δημιουργούν πρότυπα έργα, μετακινούνται μεταδίδοντας τις γνώσεις τους σε νέους τεχνίτες.

    Σημαντικά εργαστήρια γλυπτικής δραστηριοποιούνται στη Βοιωτία και στη γειτονική Εύβοια την περίοδο αυτή.

    Το παλαιότερο εργαστήριο απαντά τον 9o αιώνα, αρχικά στο ναό της Παναγίας Σκριπούς στον Ορχομενό. Πλούσιος ανάγλυφος διάκοσμος περιτρέχει εσωτερικές και εξωτερικές επιφάνειες του ναού, κοσμεί μεταξύ άλλων πλαίσια θυρών, παραθύρων και το τέμπλο του ναού. Λίγο νωρίτερα το ίδιο συνεργείο εργάζεται στο ναό του Αγίου Γρηγορίου, στην ίδια τη Θήβα. Και τα δύο μνημεία αποτελούν αφιερώματα μελών της τοπικής αριστοκρατίας.

  • Το εργαστήριο γλυπτικής του Οσίου Λουκά

    Η ίδρυση των δύο ναών, της Παναγίας και το καθολικό του Οσίου Λουκά, της μονής του Οσίου Λουκά, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσοβυζαντινής εποχής και δημιούργημα σπουδαίων τεχνιτών με μαθητεία στην Κωνσταντινούπολη, υπήρξε καθοριστική για την καλλιτεχνική εξέλιξη στην περιοχή. Το μοναστικό αυτό συγκρότημα επηρεάζει την αισθητική και τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής.

    Συγκεκριμένα, ο υψηλής ποιότητας γλυπτός διάκοσμος του ναού της Παναγίας, αποτελεί αντικείμενο μίμησης με άμεσο ή έμμεσο τρόπο από ελλαδίτες μάστορες και καλλιτέχνες. Εισάγει στον ελλαδικό χώρο νέες τάσεις και στοιχεία γλυπτού διακόσμου που αποτελούν πρότυπο για άλλα μνημεία. Ποικιλία στη θεματολογία, ψευδοκουφικά, ανατολίζοντα στυλιζαρισμένα θέματα και ένθετα υλικά πλουτίζουν και ανανεώνουν το εικαστικό ρεπερτόριο των λιθοξόων της εποχής και δίνουν μία δημιουργική πνοή στην τέχνη της μεσοβυζαντινής γλυπτικής.

  • Τα μετόχια του Οσίου Λουκά

    Σημαντικό ρόλο στη διάδοση τάσεων και μορφών παίζουν τα μετόχια της μονής του Οσίου Λουκά. Τα μετόχια αποτελούν μικρότερες μοναστικές κοινότητες εξαρτημένες από την κεντρική που διατηρεί κτήσεις σε μακρινές περιοχές. Ομοιότητες ανάμεσα στο γλυπτό διάκοσμο του Καθολικού του Οσίου Λουκά και στα γλυπτά που σώζονται από τα κατεστραμμένα σήμερα μετόχια της μονής στην Αντίκυρα και στο Αλιβέρι, μπορούν να αποδοθούν σε ένα σημαντικό εργαστήριο γλυπτικής της περιόδου. Μεγάλες ομοιότητες με τα γλυπτά του καθολικού του Οσίου Λουκά εντοπίζονται επίσης στο μαρμάρινο τέμπλο του καθολικού της Μονής Παναγίας Περιβλέπτου Πολιτικών όπως και στα γλυπτά του τέμπλου των ναών της Άτταλης, της Παναγίας και Αγίου Νικολάου.

  • Το κυριότερο εξαγωγικό κέντρο παραγωγής κεραμικής στην Ανατολική Μεσόγειο

    Η γεωγραφική θέση της Χαλκίδας και η σημασία του λιμανιού της συνδέουν το νησί με τα τοπικά και υπερτοπικά δίκτυα. Κατά τη βυζαντινή εποχή, αλλά και αργότερα, αποτελεί σημαντικό κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου. Κατέχει κεντρική θέση στους θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους και αποτελεί το επίνειο της Θήβας.

    Τύποι κεραμικής, κυρίως χρηστικών αντικειμένων, του 12ου και 13ου αιώνα που γνωρίζουν ιδιαίτερη διάδοση σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και κυρίως στο ανατολικό τμήμα της, έχουν κατασκευαστεί σε εργαστήρια στη Χαλκίδα. Ο εντοπισμός τριποδίσκων και απορριμμάτων εργαστηρίων κεραμικής στη Θήβα και στη Χαλκίδα και η ανάλυση του πηλού τους το πιστοποιεί. Η Χαλκίδα μάλιστα αναδεικνύεται στο κυριότερο κέντρο παραγωγής και διακίνησης κεραμικής. Στο τέλος του 12ου αιώνα και καθ’ όλη την περίοδο της Λατινοκρατίας τα εργαστήρια κεραμικής του Ευρίπου - Negroponte παράγουν ποικιλία εφυαλωμένης – διακοσμημένης κεραμικής σε ιδιαίτερα μεγάλες ποσότητες που εξάγεται σε ολόκληρη την Μεσόγειο. Δείγματα αυτής της κεραμικής έχουν εντοπιστεί σε πολυάριθμες θέσεις του αιγαιακού χώρου. Η παραγωγή αυτή συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι και την Τουρκοκρατία.

  • Το λατομείο Καρύστου

    Κατά τη ρωμαϊκή εποχή το μάρμαρο υπήρξε το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Καρύστου στη νότια Εύβοια. Η προτίμηση των Ρωμαίων για πολύχρωμα μάρμαρα οδήγησε στην οργάνωση μίας γραμμής παραγωγής που μας είναι γνωστή στα περισσότερα στάδιά της. Σύμφωνα με επιγραφικές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, η κυριότητα των λατομείων ανήκε στον αυτοκράτορα, ενώ η λειτουργία τους οργανωνόταν από αξιωματούχους της κεντρικής διοίκησης. Το γκριζοπράσινο φλεβωτό μάρμαρο της Νότιας Καρυστίας ταξίδεψε σε όλα σχεδόν τα μέρη της Μεσογείου (Ιταλία, Ισπανία, Λιβύη, Τυνησία, Αίγυπτος, Τουρκία, Λίβανος κ.ά.) και χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή και τη διακόσμηση πολλών δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων (λουτρικών συγκροτημάτων, βιβλιοθηκών, ναών, θεάτρων κ.λπ.).Η εκμετάλλευσή του συνεχίστηκε και στους βυζαντινούς χρόνους. Κείμενα, αναφέρουν την παρουσία αυτού του μαρμάρου στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη και στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου της Γάζας.

    Σωροί λατύπης και εγκαταλελειμμένα αρχιτεκτονικά μέλη σε διάφορες θέσεις, από το Μπούρο ως τη Μεκουνίδα, σηματοδοτούν τα αρχαία μέτωπα εξόρυξης στην περιοχή της Καρύστου. Αντίστοιχα μέτωπα εξόρυξης εντοπίζονται και βορειότερα, στο Μαρμάρι (Ομπόρες, Βρεθέλα, Κιόνια), το Νημποριό (Πυργάρι) και τα Στύρα (Κρύα Βρύση). Βόρεια του οικισμού των Μύλων, την πλαγιά της Όχης καταλαμβάνει πλήθος λατομικών μετώπων. Στο μονοπάτι που συνδέει τους Μύλους με το Καταφύγιο της Όχης, στη θέση «Κύλινδροι ή Κολόνες», βρίσκεται ένα από αυτά τα μέτωπα. Η φήμη του οφείλεται στους 10 μαρμάρινους, μονολιθικούς κίονες που σε μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα είναι ορατοί από την Κάρυστο.

  • Συνεργεία ζωγράφων από τη Θήβα

    Κατά τη μεταβυζαντινή εποχή, παρά την τουρκική κατάκτηση, η καλλιτεχνική δραστηριότητα συνεχίζεται. Ανακαινίζονται ή ιδρύονται νέοι χριστιανικοί ναοί και μονές, οι οποίοι συχνά τοιχογραφούνται. Οι καλλιτέχνες συνεχίζοντας να ταξιδεύουν για να εργαστούν, ανανεώνουν τις επαφές με τη Δύση, συμβάλλοντας στη δημιουργία νέων καλλιτεχνικών τάσεων. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος των ναών την περίοδο αυτή είναι ιδιαίτερα πλούσιος με ποικιλία εικονογραφικών θεμάτων.

    Ειδικότερα, η τέχνη της Οθωμανικής περιόδου και συγκεκριμένα στο β΄ μισό του 16ου αιώνα, σφραγίζεται από το έργο τριών μεγάλων ζωγράφων με καταγωγή από τη Θήβα, του Φράγγου Κατελάνου και των αδελφών Γεώργιου και Φράγγου Κονταρή. Οι τρεις ζωγράφοι είχαν αποκτήσει τέτοια φήμη, ώστε να δέχονται παραγγελίες από τα μεγάλα μοναστικά κέντρα της εποχής, το Άγιο Όρος (μονή Μεγίστης Λαύρας) και τα Μετέωρα, (μονή Βαρλαάμ) αλλά και της μακρινής Βορειοδυτικής Ελλάδας. Το έργο τους χαρακτηρίζεται από έντονο ρεαλισμό και ζωηρά χρώματα. Πρόκειται για τους μοναδικούς επώνυμους εκπροσώπους του ζωγραφικού αυτού ρεύματος.

  • Το καλλιτεχνικό εργαστήριο της Θήβας

    Στην ευρύτερη περιοχή της Θήβας οι τοιχογραφίες που έχουν αποδοθεί έως τώρα στο καλλιτεχνικό εργαστήριο των αδελφών Κονταρή διατηρούνται στο καθολικό της μονής Οσίου Μελετίου (λιτή) στον Κιθαιρώνα. Σε αυτές προστίθενται μέρος της εικονογράφησης του ναού του Αγίου Αθανασίου στο Κόκκινο καθώς και αποτοιχισμένες σήμερα παραστάσεις από τον ερειπωμένο πλέον ναό του Αγίου Νικολάου στον ίδιο οικισμό. Επίσης το β΄ στρώμα τοιχογράφησης του Αγίου Σώζοντα Ορχομενού καθώς και το γ΄ τοιχογραφικό στρώμα που αποκαλύφθηκε πρόσφατα κατά τις εργασίες αποκατάστασης του Αγίου Γεωργίου στο Ακραίφνιο, αποδίδονται στο ίδιο εργαστήριο.

    Στην Εύβοια, οι εξαιρετικές τοιχογραφίες στην Παλαιοπαναγιά Στενής και στο καθολικό της μονής Αγίου Νικολάου Γαλατάκη κοντά στον οικισμό της Λίμνη Ευβοίας δηλώνουν την παρουσία του συγκεκριμένου εργαστηρίου στην περιοχή και την επαφή του νησιού με τα καλλιτεχνικά δρώμενα της εποχής.

  • Τα φημισμένα μεταξωτά υφάσματα από τη Θήβα

    Η Θήβα αναδείχτηκε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής μεταξιού. Εκεί παραγόταν το εξάμιτον, ένα ανθεκτικό γυαλιστερό μεταξωτό ύφασμα με διαγώνια ύφανση, που αποτελούταν από έξι νήματα. Για τη βαφή των υφασμάτων χρησιμοποιούσαν την πορφύρα, χρωστική ουσία από το ομώνυμο θαλάσσιο κοχύλι, η οποία αλιευόταν σε μεγάλη ποσότητα γύρω από το λιμάνι της Χαλκίδας καθώς και στις βοιωτικές ακτές. Στην ευρύτερη περιοχή της Θήβας είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα η σηροτροφία και η καλλιέργεια της μουριάς, στα οποία συνέβαλαν και τα άφθονα νερά της. Τα θηβαϊκά εργαστήρια εφοδίαζαν με πολύτιμα υφάσματα ακόμη και την αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης, δίνοντας ώθηση στην άνθιση του εμπορίου και προσελκύοντας το ενδιαφέρον Βενετών, Γενουατών και άλλων εμπόρων.

    Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως τα κατάλοιπα δύο εργαστηριακών χώρων που συνδέονται με την επεξεργασία ή τη βαφή του μεταξιού. Σύμφωνα με νεότερα αρχαιολογικά δεδομένα, η επεξεργασία της πολύτιμης πορφύρας, γινόταν κυρίως στο Καστόριον, στην αρχαία Θίσβη, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, δυτικά της Θήβας.

    Η βαφή των υφασμάτων γινόταν στο σπίτι αλλά και από ειδικούς επαγγελματίες σε εργαστήρια. Συγγραφείς της εποχής, όπως ο ποιητής Ιωάννης Τζέτζης, μιλούν για επιδέξιες υφάντρες, για την «ἱστουργικήν κομψότητα» και την ικανότητά τους στη βαφή υφασμάτων, «χρωματουργεῖν εὐφυῶς».

    Τη φήμη των μεταξουργών της Θήβας μαρτυρεί το ακόλουθο περιστατικό. Όταν το 1147 κατέλαβαν τη Θήβα οι Νορμανδοί του Ρογήρου Β΄, αιχμαλώτισαν πολλούς μεταξοτεχνίτες, ανάμεσά τους και πολλούς Εβραίους, τους οποίους μαζί με άλλους ομότεχνούς τους από την Αθήνα και την Κόρινθο, μετέφεραν στο Παλέρμο προκειμένου να βελτιώσουν την παραγωγή μεταξωτών υφασμάτων στο βασίλειό τους.

    Ωστόσο, κατά την οθωμανική περίοδο η παραγωγή μεταξωτού υφάσματος αρχίζει σταδιακά να περιορίζεται.